ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΊΔΗΣ

ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΙΧΑΗΛΊΔΗΣ 










Ο Βασίλης Μιχαηλίδης, γεννήθηκε το 1849 ή το 1853 στο Λυκονοικό. Θεωρήθηκε εθνικός ποιητής της Κύπρου, λόγω των μακροσκελών επικών του ποιημάτων. Έμεινε ορφανός σε μικρή ηλικία, χάνοντας την μητέρα του. Ο πατέρας του τον έστειλε στο Δάλι, κοντά στον θείο του που ήταν ιερέας και δάσκαλος. Από εκείνον έμαθε τα πρώτα του γράμματα. Φοίτησε στο σχολαρχείο της Λευκωσίας και ύστερα έζησε στην Λάρνακα όπου ασχολήθηκε με την ποίηση και εξέδωσε τα πρώτα του ποιήματα. Για μικρό χρονικό διάστημα έμεινε στην Ιταλία. Εκεί προσπάθησε να εισαχθεί στην σχολή καλών τεχνών της Ρώμης, μα απέτυχε και έφυγε για την Ελλάδα όπου πήρε μέρος στον αγώνα εναντίον των Τούρκων για την απελευθέρωση της Θεσσαλίας το 1877. Πέθανε το 1917.


Παραθέτουμε απόσπασμα από το γνωστότερο του ποίημα "Η 9η Ιουλίου του 1821 εν Λευκωσία Κύπρου". Έχει να κάνει με τον απαγχονισμό του αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού και αποτελείται από 24 ραψωδίες:

<<Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,

κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ι-ξηλείψη,

κανένας, γιατί σιέπει την που τα 'ψη ο Θεός μου.

Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει![

Σφάξε μας ούλους κι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάκιν,

κάμε τον κόσμον μακελλειόν και τους Ρωμιούς τραούλλια,

αμμά ξερε πως ίλαντρον όντας κοπεί καβάκιν

τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.

Το ’νιν αντάν να τρώ’ την γην, τρώει την γην θαρκέται,

μα πάντα κείνον τρώεται και κείνον καταλυέται.

Μεν μάχεσαι την θάλασσαν να την-ι ’ξηντιλήσεις·

άδικα λόγια μεν χάννεις κι αρκείς εις την δουλειάν σου.

Τον ήλιον με φύσημαν μπορείς να τον-ι σβήσεις;

Φώναξε του τζελλάττη σου, σάσ’ την κρεμμασταρκάν σου!

Αν πολεμούν για το καλόν και πολεμά κι ο γιος μου,

ας έν’ χαλάλιν του Θεού, αν μου τον φα’ το βόλιν,

κι ας πα’ να μείνω δίχως του, να ζήσω μανιχός μου.

Ειδέ κ’ αν ου, και μάχουνται να κάμουν άλλα αντ’ άλλα,

χαρράμιν τους ’που τον Θεόν της μάνας τους το γάλαν.

Ήτουν βουλή ’που τον Θεόν για να γενεί κ’ εγίνην.

Τον Χάρον εν και βκάλλουν τον ποττέ πως έν’ φταισμένος·

πάντα λαλούν το φταίσιμον πως το ’χει ο πεθαμμένος.

’Πο ούλα το γλυκόττερον έν η ζωή τ’ αθρώπου.

Σκοτώστε μας και γράψετε κ’ εμάς τον σκοτωμόν μας.

Μα τούτοι ούλ’ οι σκοτωμοί έν’ ούλοι για κακόν σας·

εσείς θαρκέστ’ αννοίετε το μνήμαν το δικόν μας,

κ’ εν το πεισκάζετε πως έν’ το μνήμαν το δικόν σας.

Σκοτώστε όσους θέλετε, αμμ’ αν να σας-ι βλάψει·

το γαίμαν που χονώννετε ’που μας τους δεσποτάες

έν λάιν εις την λαμπρακιάν π’ αφταίννει να σας κάψει.>>


ΠΗΓΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ: 

Βικιπαίδεια 

Biblionet.gr

Polignosi.com

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

ΚΥΠΡΟΥ ΠΟΙΗΣΙΣ